Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει και δυό φορές - να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή... (Τ.Λ.)
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009
Όνομα μοιραίο
Ποιον πόνο να ιστορήσεις που δεν ξέρω;
Ποια πίκρα που να μην την έχω πιει;
Αυτά που έχουν στα μάτια μου σταθεί
Ξεχείλισαν και πια δεν τα υποφέρω
Με γέρασαν πριν τρέξω σε αλάνες
Με κούρασαν πριν ενηλικιωθώ
Και πριν μια καραμέλα να γευθώ
Με τάισαν, να θρέψω, κουραμάνες
Με στόλισαν με όνομα μοιραίο
Μεγάλωσα με γέλιο ατροφικό
Μέσα μου, δε μεγάλωσε κι αυτό
Δε φάνηκε από ‘μένα πιο γενναίο
Ποιον πόνο να ιστορήσω για να δούμε
Ποιος γέρασε απ’ τους δυο μας πιο νωρίς;
Δε μας γερνούν τα χρόνια μας χωρίς
Μες στην ψυχή βαθειά να το δεχτούμε
Αφιερωμένο σε έναν πολύ ξεχωριστό άνθρωπο και φίλο!
Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009
Της πίκρας τα βουνά
Άσκοπα φέρομαι τριγύρω απ’ τη ζωή μου
Και την τροχιά μου να βαστάξω δεν μπορώ
Εκτροχιάζομαι και σπάω τη σιωπή μου
Κάποτε πίστευα πως είχα έναν σκοπό
Έρχομαι μέσα από στιγμές στραγγαλισμένες
Που ηθικός τους αυτουργός είμαι εγώ
Κάποτε έλεγα πως θα ‘ρθουν καλές μέρες
Τώρα οι πίκρες μου παίζουν κυνηγητό
Άθελα ακούμπησα την τύχη κάποια μέρα
Δεν ήταν σκόπιμο Κύριοι, ομολογώ!
Καταδικάστηκα από μάνα και πατέρα
Μέσα μου πάντοτε να ζω μ’ ένα κενό
Έρχονται – φεύγουνε μέρες σ’ αυτήν την πλάση
Κι όμως αφήνουν έναν κόκκο τη φορά
Καθένας δίνεται στον ουρανό να φτάσει
Χτίζοντας μόνος του της πίκρας τα βουνά
Μουσικη / ενορχηστρωση / ερμηνεια : Θωμας Οικονομου
Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009
Θρύλος
Από μικρή θυμάμαι μία πικρή ιστορία
Που μου ‘λεγε η μάνα μου πριν αποκοιμηθεί
Κι εγώ πάντα την άκουγα μ’ άπλετη αγωνία
Ελπίζοντας πως κάποτε θ’ άλλαζε η τροπή
Έλεγε, για μια μάνα που ‘χε ένα αγόρι
Μονάκριβο κι αμύθητο, γι’ αυτήνα θησαυρό
Μα αγάπησε μια μέγαιρα και έφερε για κόρη,
Στην άμοιρη τη μάνα του, που ‘χε κακό σκοπό
Συνέχεια του κλαιγότανε και του παραπονιόταν
Του έλεγε πως ένιωθε πως δεν την αγαπά
Κι από μια απόδειξη τρανή μονάχα θα πιανόταν
Που θα την έκανε να δει πως μόνο αυτή μετρά
Αφού λοιπόν το σκέφτηκε, και μέσα της το βρήκε
Παρήγγειλε του άντρα της, τι θε για να πειστεί
Με μια ιδέα άρρωστη που στο μυαλό της μπήκε
Ζήτησε απ’ τη μάνα του, να πάρει τη ζωή
Ο έρωτας αρρώστια και εθισμός ακραίος
Τον έφτασε στης μάνας του, την πόρτα την αυγή
Και ήτανε και για τους δυο ο ασπασμός μοιραίος
Και δεν ξημέρωσε ξανά, στης μάνας την αυλή
Τρέχει λοιπόν ο μορφονιός με την καρδιά στο χέρι
Να πάει στη γυναίκα του, αυτό που του ‘χε πει
Μα από τη λαχτάρα του σκοντάφτει σε μαδέρι
Και πέφτει δυνατά στη γη, βγάζοντας μια κραυγή
Τότε ακούει την καρδιά γλυκά να τον ρωτάει
«Μου χτύπησες αγόρι μου; Μου πόνεσες πολύ;»
Βλέπεις, της μάνας η καρδιά όλα τα συγχωράει
Κι ας βύζαξε απ’ τα στήθη της, Ιούδα για παιδί
.
.
.
Έτσι έχω μάθει ν’ αγαπώ κι εγώ με την καρδιά μου
Και δε μετάνιωσα ποτέ για όπου έχω δοθεί
Κι οι μαχαιριές που δέχτηκα, δε σκίσαν την καρδιά μου
Αντίθετα μου μάθανε πώς να ‘μαι δυνατή
Η αληθινή αγάπη…. ζει πέρα απ’ την ζωή
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009
Μέσα από ένα αντίο
Και φτάνεις πάλι μπρος σ’ αυτό το σταυροδρόμι
Κοιτάζεις πίσω μια ολόκληρη ζωή
Φανάρια πράσινα και ανοιχτοί οι δρόμοι
Μόνο ένα βήμα θέλει κι έγινε η αρχή
Μα πως ν’ αφήσεις μια ζωή ολοδικιά σου;
Πως θα επιζήσεις κι αυτήν την καταστροφή;
Εδώ που έφτασες στο λέει κι η καρδιά σου
Πρέπει να φύγεις. Δεν υπάρχει επιστροφή
Είναι σκληρό να το δεχτείς
Θα κλάψεις και θα πικραθείς
Κι ας ζούσες μόνη σου για δύο
Κάποιες φορές μια νέα αρχή
Χρειάζεται διπλή ψυχή
Κι αρχίζει μέσα απ’ ένα αντίο
Στο πρώτο βήμα μόνο γκρίζο και αγωνία
Τα μάτια κλείνεις δίνεις ώθηση μπροστά
Το ξέρεις όμως σα θα στρίψεις τη γωνία
Θα έχεις ήδη διανύσει τα μισά
Από απέναντι εκείνος σε κοιτάζει
Και απορεί που τελικά είχες ψυχή
Τώρα που έφυγες το ξέρεις τον πειράζει
Που εσύ και ήξερες κι αγάπησες πολύ
Γραμμενο κι εμπνευσμενο απο τη ζωη της φίλης μου Τζένης που βρηκε το κουραγιο να αρχισει μια νεα ζωη απο το μηδεν βγαινοντας απο εναν αρρωστημενο γαμο κι εχοντας 2 παιδια αγκαλια! Ειναι απο τις πιο δυνατες ψυχες που εχω γνωρισει...
Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009
Τα φαινόμενα απατήθηκαν
Μέσα στου κόσμου αυτού την τόση αχαριστία
Εγώ γεννήθηκα από μήτρα δανεική
Δε με ξεγέννησαν ψευτιά και υποκρισία
Κι αντί για γάλα εγώ βύζαξα στοργή
Δεν έχω μάθει στην κακία να υποκύπτω
Βαρύ φορτίο να μισείς για μια ζωή
Όσα με πλήγωσαν απλά τα παραλείπω
Τα διαγράφω από μνήμη και ψυχή
Ποτέ δε θέλησα κανέναν να πληγώσω
Μόνο χαμόγελα θα ΄θελα να σκορπώ
Μικρή η ζωή μας κι εγώ θέλω να της δώσω
Όση αγάπη μες στα στήθια μου φυλώ
Εγώ την είδα τη ζωή με άλλο μάτι
Να ζω το θέλω απλά την κάθε μου στιγμή
Δεν έχω ζήλεια νιώσει ούτε και γινάτι
Μικρή η ζωή μας κι εμείς λίγοι και μικροί
Αυτό που δείχνω είναι για να ξεγελάσω
Μα, τα δυο μάτια μου βιβλίο είν’ ανοιχτό
Εγώ δεν ήρθα εδώ, να ζήσω να γεράσω
Ήρθα να δώσω αγάπη και ν’ αγαπηθώ!
Ζωή σα γκρίζος ουρανός
Μα εγώ σα Δαίδαλος ανοίγω τα φτερά
Σαν του Θησέα γυρισμός
Εγω νικώ μα μένουν μαύρα τα πανιά
Στον πρωην εργοδοτη μου! Για το Πρωτοχρωνιατικο δωρο που μου εκανε μετα απο 5 χρονια αφοσιωσης στη δουλεια μου / του! Ας ειναι καλά..... κι η ζωη προχωραει....
Μουσική - Ερμηνεία : Σπύρος Θεοδωράτος
Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008
Κλόουν... δίχως βλέψεις
Αυτοσαρκάζομαι και κάνω τη γελοία
Κάνω γκριμάτσες για να φαίνομαι αστεία
Αυτή η έλλειψη των όποιων ευθυνών
Πολύ μου πάει... έτσι φαίνομαι απών!
Παραλογίζομαι και λέω όλο αρλούμπες
Σα με βαρέσει κάνω και δυο κωλοτούμπες
Κουνώ γοφούς, χορεύω στη διαπασών
στέλνω φιλιά σε e-mail φίλων και εχθρών
Διαλογίζομαι μιμούμενη τον Βούδα
Δε μαρτυρώ όσα μου λες σαν τον Ιούδα
Χοροπηδώ ουρλιάζοντας σαν τον Tαρζάν
Δε θέλω άλλες συμβουλές σας πια! Αμάν!!!
Διακτινίζομαι απ' το μπάνιο στη κουζίνα
Δεν πλένω πιάτα όμως τρώω μια ντουζίνα
Είμαι ο Bob, είμαι ο Simpson και ο Charlotte
Δε θέλω κλάματα... να ζήσω προσπαθώ!
Τώρα που έκανα όσα είχα στο μυαλό μου
Έφτασε η ώρα να ξυπνήσω απ' τ' όνειρό μου
Σκληρή η ζωή και θέλει κότσια για να αντέξεις
Θέλει να έχεις όλες τις προϋποθέσεις
κι έτσι
.
.
.
.
.
Κάθε πρωί ντύνομαι κλόουν... δίχως βλέψεις!
Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2008
Εμείς ζούμε την αλήθεια

Πόσο θα ήθελα να ξέρω που είσαι τώρα, πως περνάς;
Μια μέρα θα τα καταφέρω και άλλο δε θα με πονάς
Σαν ανταμώνουν οι σκιές μας μέσα στου χρόνου τις στοές
Ξαναματώνουν οι πληγές μας, σα με αγγίζεις όπως χθες
Δε ζήτησα να μ’ αγαπήσεις όσο σ’ αγάπησα εγώ
Απ’ την ζωή μου πριν να δύσεις, έκλεψα φως για να ντυθώ
Έλεγα, άλλο είναι ο κόσμος και άλλο είμαστε εμείς
Στο ψέμα μου το πιο μεγάλο, έγινες πρωταγωνιστής
Που να ‘σαι τώρα; που χαρίζεις; το πιο γλυκό σου «σ’ αγαπώ»
Άραγε δίνεσαι κι ελπίζεις, όπως σου έμαθα εγώ;
Στην αγκαλιά μου αφηνόσουν κι ήθελες να αποκοιμηθείς
Ποιος να μου το ΄λεγε όμως τότε πως θα μου έφευγες νωρίς;
Δε ζήτησα ούτε ένα λόγο, μία αιτία ή αφορμή
Στα μάτια διάβασα έναν φόβο, έναν καημό και μια φυγή
Δεν είπα πόσο θα μου λείψεις ούτε το πόσο σ’ αγαπώ
Λίγο την πόρτα πριν να κλείσεις, είπα πως θα ‘μαι πάντα εδώ
Σ’ όλα λοιπόν τα παραμύθια, εκείνος κάποτε γυρνά
Μα εμείς ζούμε την αλήθεια κι εδώ η αγάπη δε νικά
Αν με ακούσεις κάποια μέρα και το τραγούδι μου αυτό
Μη μου δακρύσεις άγγελε μου, έτσι συνήθισα να ζω
Με μια ανάμνηση παρέα… εγώ θα είμαι πάντα εδώ!!!
Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008
Ταξίδια χωρίς προορισμό

Τα σύννεφα καράβια στο Αιγαίο
Πηγαίνουνε κι αυτά στο πουθενά
Να φύγεις κι εσύ ήτανε μοιραίο
Κι αρχίζω από την αρχή ξανά
Ακόμα ένα ταξίδι σε θυμίζει
Κι ας ήτανε χωρίς προορισμό
Να σε θυμάμαι ξέρω δεν αξίζει
Μα να ξεχάσω κιόλας δεν μπορώ
Μαζεύω τα κομμάτια στη βαλίτσα
Που σέρνω σε αεροδρόμια, σταθμούς
Αφήνω κι όπου πάω μια σταλίτσα
Μια στάλα, από τους τόσους στεναγμούς
Τίποτα λεν δε γίνεται τυχαία
Κι εσύ υπήρχε λόγος για να ‘ρθεις
Έτσι όπως ήρθες άξαφνα, μοιραία
Έμελλε και για πάντα να χαθείς.
Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008
Μια εκδοχή

Κι αν δε σου ζήτησα ποτέ μιαν εκδοχή
Ούτε έναν λόγο, μια αφορμή ή μια αιτία
Είναι που μέσα μου πενθούσε ένα παιδί
Για έναν πόνο δυνατό σαν αμαρτία
Κι αν δεν ανέτρεξα στις λάθος σου στιγμές
Κι όσα με πλήγωναν λόγια σου χολωμένα
Ήταν που κράταγα μέσα μου δυο ενοχές
Για όσα δεν είπα κι όσα φύλαξα κρυμμένα
Κι αν δε σου το ‘πα ότι έχω φύγει πια
Κι έκοψα κάθε αρτηρία που μας ενώνει
Είναι γιατί ζεις μες στον κόσμο σου καλά
Κι έτσι, συνήθισα κι εγώ πάντοτε μόνη
Κι αν δε σε ρώτησα ποτέ αν με πονάς
Ήταν που το ‘χες μέσα σου σα δεδομένο
Εσύ το βράδυ πάντα σπίτι να γυρνάς
Κι εγώ δυο βήματα απ’ την πόρτα να ξεμένω…
Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008
Δύο ξένες

Με μια ατίθαση καρδιά για οδηγό
Που να μερέψει δεν το δέχτηκε ποτέ της
Θα βγω απόψε να μιλήσω στον Θεό
Θα ξετυλίξω τις αμέτρητες πληγές της
Πάντοτε έτρεχε σε τόπους νοερούς
Όντας ελεύθερη σύνορα δε γνωρίζει
Έχρισε σπίτι της αμέτρητους σταθμούς
Μα στο κορμί μου που πονάω, δε γυρίζει
Τρέχω ξοπίσω της, φωνάζω δυνατά
Μα να μ’ ακούσει τώρα πια δεν περιμένω
Άλλη μια πίκρα και ακόμα μια φορά
Άδειο κουφάρι μένω μόνο ν’ ανασαίνω
Είναι κατάρα και ευχή έτσι να ζω
Δύο ζωές που είναι άρρηκτα δεμένες
Η μια να τρέχει πάντα δίπλα στον γκρεμό
Κι η άλλη να ορκίζεται πως είναι δύο ξενες.

