Μετα απο επικοινωνια που ειχα σημερα με την κατοχο του παρακατω blog...
http://ekati-e.blogspot.com/
μολις επιβεβαιωσα και η ιδια οτι σβηστηκανε οι αναρτησεις που αφορουσανε το ποιημα μου!
Για μενα βεβαια το θεμα αυτο τελειωνει εδω προς το παρων και προτεινω σε ολους μεγαλη προσοχη στο τι ανεβαζουνε στο ιντερνετ! Τιποτα το οποιο δεν ειναι κατοχυρωμενο!
Ευχαριστω απο καρδιας τα ατομα που με στηριξανε και ενδιαφερθηκανε πραγματικα αν και δεν ειχαν εκαι κανενα λογο για να το κανουνε αυτο περαν του ανεντιμου της υποθεσεως φυσικα!
Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει και δυό φορές - να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή... (Τ.Λ.)
Τετάρτη 1 Απριλίου 2009
Δυο συνωμότες
Θα σου γελώ όσο κι αν θες εσύ να κλαις
Θα σε πειράζω όταν έχεις τις κακές σου
Θα δοκιμάζω όλες σου τις αντοχές
Θα ‘μαι η πίκρα και η γλύκα στον καφέ σου
Εμείς οι δυο και η ζωή
Πώς να μας φτάσει; Είναι μικρή
Εμείς οι δυο μοναχικοί συνταξιδιώτες
Κάνε ότι θες, δε σε κοιτώ
Κλείνω τα μάτια. Παίζεις κρυφτό
Εσύ κι εγώ από παιδιά δυο συνωμότες
Θα σε κοιτώ από τις γρίλιες τις κλειστές
Θα ‘μαι η λήγουσα στους στίχους της ζωής σου
Θα γίνομαι άσπρο όταν μαύρο εσύ θα θες
Θα ‘μαι η τρέλα μες στην δήθεν λογική σου
Τρίτη 31 Μαρτίου 2009
Κληρονομιά μου
Μες στα σκοτάδια πια με βλέπω καθαρά
Τίποτα απ’ όσα ονειρεύτηκα δε βγήκαν
Μοιάζω δοχείο με μια τρύπα για καρδιά
Μέσα μου στάξανε ποτάμια κι ενωθήκαν
Γνώρισα κόσμο με καρδιά
Γνώρισα πίκρα και χαρά
Πήρα την κάθε μου στιγμή σα θείο δώρο
Έζησα λίγα και πολλά
Στα χαμηλά και στα ψηλά
Δεν έχω μέσα μου για τίποτα άλλο χώρο
Μέσα στη νύχτα δε φοβάμαι να με δω
Έτσι όπως είμαι κι όχι όπως θέλουν άλλοι
Αυτό το λίγο μου που απόμεινε θαρρώ
Πως είναι η κληρονομιά μου η πιο μεγάλη
Κυριακή 29 Μαρτίου 2009
Σε προκαλώ
Αναριγώ σε μία αίσθηση αφής
Που πάνω μου έγραψε σημάδια και πηγαίνει
Ακολουθεί μιας σου ανάμνησης τυφλής
Τη διαδρομή την καρμική και ειμαρμένη
Αποζητώ τα δυο σου χείλη τα μεστά
Που μου ξυπνούν κάθε λαχτάρα μου και πόθο
Ξυπνούν το σώμα και βουλιάζουνε αργά
Ρουφώντας του είναι μου το ψεύτικο και νόθο
Αναπολώ για μια στιγμή αισθαντική
Όταν σε δέχομαι κι απλώνεσαι εντός μου
Σε μια παράδοση του εγώ καθολική
Ενώ ξεπλένεται κι ορίζεται ο χρησμός μου
Σε προκαλώ μέσα στης νύχτας το βυθό
Να περπατήσουμε επάνω σε κοράλλια
Θα σου χαρίσω το ύστερνό μας το ταγκό
Πριν αποκλίνουμε σπάζοντας τα πηδάλια
Του κόσμου τ’ άπειρο… δε μας χωρά ούτ’ αυτό!
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009
Το ρήγμα
Και μου τρυπάν αυτές οι λέξεις σου τ’ αυτιά μου
Τρέχουνε αίμα καθώς σπαν τα τύμπανα μου
Ξέρω δεν ήμουνα όλα όσα επιθυμούσες
Πάντοτε δεύτερη σε μοίρα που αγαπούσες
Ωμή η αγάπη σου ατρόχιστη λεπίδα
Μέσα μου τρύπωσε γυρνώντας σαν αρίδα
Ότι δε βύζαξα το έχυσες στο χώμα
Τώρα στυφίζει η απουσία σου στο στόμα
Όλο βαθαίνει αυτό το ρήγμα ανάμεσα μας
Και σα μιλάμε απορροφάει και τη λαλιά μας
Όταν σου άπλωνα το χέρι να με φτάσεις
Εσύ αρνιόσουνα τις όποιες αποστάσεις
Τώρα λυπάμαι και λυπάσαι εκ των υστέρων
Σχέση που φθείρεται χωρίς ενδιαφέρον
Λίγο με κράτησαν σφιχτά τα δυο σου χέρια
Μάνα χανόμαστε κι εσύ μετράς τ’ αστέρια
Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009
Απάτη
Σας εξαπάτησε το γέλιο το καθάριο
Κι αυτό το βλέμμα το περίτεχνα μακάριο
Από μιας σπίθας αντανάκλαση η λάμψη
Ισοσταθμίζει της αθωότητας την κάμψη
Από το Α ως το Ω μια κυρία
Τα βράδια δίνεται σα σε δημοπρασία
Γίνεται πόρνη ή εταίρα ή παλλακίς
Πιστό αντίγραφο καθώς-πρέπει γυνής
Παρφουμαρίζεται με βάσανα και πόνο
Βάζει make-up να ξεγελάσει και το χρόνο
Κόκκινο ρουζ να φαίνεται και ντροπαλή
Ρούχα ακριβά η γύμνια της να ‘ναι κομψή
Σ’ όλα τα θέματα έχει άποψη και γνώμη
Στα μέτρα της όλα τα φέρνει. Τα διαβρώνει
Αγγέλου χάρη με ψυχή διαολεμένη
Σαν κάτι θέλει, βγαίνει πάντα κερδισμένη
Ευγένεια, νάζι… Ξέρει χίλια δυο τερτίπια
Έτσι καλύπτει τη συνείδηση την τρύπια
Σταλάζει έρωτα κι όμως χολή κερνάει
Όσους την πίστεψαν λυγίζει και τους σπάει.
Τρίτη 24 Μαρτίου 2009
Εικόνα

Ξεθωριάζει η εικόνα μου εκείνη
Που βαστούσα παντιέρα κι ευχή
Κάποτε έλεγα μόνο αυτή δίνει
Τόση δύναμη και αντοχή
Όπως βάδιζα έπαιρνα θάρρος
Τις ανασφάλειες έκανα ορμή
Πάνω μου έπαιρνα όλο το βάρος
Και το τέλος ονόμαζα αρχή
Δε φοβήθηκα άγνωστα μέρη
Δε φοβήθηκα ανθρώπους-σκιές
Πρώτη έδινα πάντα το χέρι
Κι έτσι κέρδιζα στις διαφορές
Η εικόνα μου ήταν μια άλλη
Μια γυναίκα ψυχρή και στυγνή
Μία λέαινα που ‘χε προβάλει
Αρετές που δεν είχαν ψυχή
Ξεθωριάζει η εικόνα μου εκείνη
Και με βλέπω για πρώτη φορά
Μία ξένη μορφή είχα γίνει
Μα ευτυχώς έχω μία καρδιά
Σάββατο 21 Μαρτίου 2009
Ονείρου ναύλα
.jpg)
Το ταξίδι που λέγαμε, τρυφερής αυταπάτης
Κάβους λύναμε – δέναμε, μιας ζωής εφιάλτης
Πως τα χρόνια προσπέρασαν και ψυχή δεν αγγίξαν;
Και στα χέρια που γέρασαν μόνο πίκρες αφήσαν;
Το ταξίδι που λέγαμε, ανεκπλήρωτος πόθος
Μ’ ελιγμούς αποφεύγαμε των καημών μας το κόστος
Στο τσεπάκι φυλάγαμε του ονείρου τα ναύλα
Κι έτσι πάντα κοιτάγαμε, με τα κιάλια το θαύμα
Δυο βαγόνια παράλληλα πάνω στην ίδια ράγα
Δυο κορμιά ακατάλληλα για να σπάσουν το φράγμα
Ζήσαμε για το σήμερα μα το αύριο φυλούσε
Τα όνειρα μας σε σίδερα κλειδωμένα κρατούσε
Το ταξίδι που λέγαμε, ουτοπίας ελπίδα
Σαν κι οι δυο μας χαζεύαμε πέσαμε στην παγίδα
Κι έτσι πάλι ξεμείναμε με κορδέλα δεμένες
Στις σκιές μας εμμείναμε και μαζί μα και ξένες!
Εμπνευσμένο από το βιβλίο της Αλκυόνη Παπαδάκη «Το ταξίδι που λέγαμε»
Μουσική - Ενορχήστρωση - Ερμηνεία : Ηλίας Πολίτης
Υπάρχω
Υπάρχω μέσα στις σιωπές
Είμαι εκεί κι ας μην το θες
Γίνομαι μια πικρή γουλιά απ’ τον καφέ σου
Υπάρχω μέσα στις στιγμές
Δίπλα σου όταν μόνος κλαις
Γίνομαι μια μουτζούρα ακόμη στο καρνέ σου
Κι όσο με διώχνεις είμαι εκεί
Θυμάσαι, σου το είχα πει
Για όσο ζω θα ‘μαι κοντά σου
Ξέρω στον πόνο μου γελάς
Ποτέ δεν πίστεψες σ’ εμάς
Κι έπεσες μόνος με στην ίδια την πυρά σου
Υπάρχω μέσα στις σκιές
Έρχομαι σαν να ήμουν χθες
Γίνομαι μια γλυκιά ανάμνηση δικιά σου
Υπάρχω μέσα στις φωνές
Που να ακούσεις πια δε θες
Γίνομαι ένας απ’ τους στίχους στα γραπτά σου
Δε ζήτησα να μ’ αγαπήσεις
Αφού το θες θα είμαι εγώ
Αυτή που σπάει τους κανόνες
Μ’ ένα χαμόγελο αρωγό
Σου φτιάχνω όμορφες εικόνες
Ξυπνώ τη μέρα, ίδια αυγή
Κι είσαι η αιτία που με γυρεύει
Να δώσεις σώμα και μορφή
Σε μια σιωπή που αλητεύει
Συνήθισες τη μοναξιά
Συνήθισα να με ξεχνάνε
Κι έτσι σε τόση ομορφιά
Λέμε δυο λάθη δε χωράνε
Δε βαυκαλίζω τα γιατί
Μ’ αλήθειες πάω να τα κοιμίσω
Και απ’ τον πόνο τον πολύ
Ματώνουν πριν τα νανουρίσω
Σου ζήτησα να με δεχτείς
Κι όσα ξοπίσω μου εγώ σέρνω
Δεν πρόκειται ούτε να τα δεις
Μόνο θα δίνω. Δε θα παίρνω!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



