Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

Δύο ξένες



Με μια ατίθαση καρδιά για οδηγό
Που να μερέψει δεν το δέχτηκε ποτέ της
Θα βγω απόψε να μιλήσω στον Θεό
Θα ξετυλίξω τις αμέτρητες πληγές της

Πάντοτε έτρεχε σε τόπους νοερούς
Όντας ελεύθερη σύνορα δε γνωρίζει
Έχρισε σπίτι της αμέτρητους σταθμούς
Μα στο κορμί μου που πονάω, δε γυρίζει

Τρέχω ξοπίσω της, φωνάζω δυνατά
Μα να μ’ ακούσει τώρα πια δεν περιμένω
Άλλη μια πίκρα και ακόμα μια φορά
Άδειο κουφάρι μένω μόνο ν’ ανασαίνω

Είναι κατάρα και ευχή έτσι να ζω
Δύο ζωές που είναι άρρηκτα δεμένες
Η μια να τρέχει πάντα δίπλα στον γκρεμό
Κι η άλλη να ορκίζεται πως είναι δύο ξενες.

2 σχόλια:

Θεοδωράτος Σπύρος είπε...

Πολύ δυνατό! Κανονική ψυχογραφία!

Καλησπέρα και απο εδώ!

e-ιωάννης είπε...

Το ποιημα μονη σου το εγραψες ?
πες την αληθεια
ειναι πολυ ομορφο.