Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2006

Έλα



Είχα ξεμείνει από ελπίδες κι αντοχή
Και μες στο σπίτι είχαν πλακώσει οι Ερινύες
Έκανα δήθεν την τυφλή και την κουφή
Μα δε τις άκουγε ο Μορφέας τις ικεσίες

Ένας αέρας παγωμένος είχε ‘ρθει
Από του κάτω κόσμου τ’ άδεια καλντερίμια
Κι απ’ το μπαλκόνι, μου χτυπούσε με οργή
Και για να βγω, μου ‘ταζε ήλιους δαχτυλίδια

Δεν τα κατάφερα στα δώρα ν’ αρνηθώ
Δεν είχαν μείνει και πολλά να περιμένω
Άνοιξα πόρτες και το μαύρο νυχτικό
Ρίχτηκε λάγνα στ’ όργιο της νύχτας ξαναμμένο

Κάνω δυο βήματα κι έρχομαι πιο κοντά
Σ’ αυτό το «έλα» που σαν μαγνήτης με τραβάει
Κάνει ένα σάλτο στον αγέρα η καρδιά
Και στο κενό πέφτει, αφήνεται και σπάει

Έμεινα εκεί, χωρίς πνοή να την κοιτώ
Κι είχε τρυπώσει στο μεδούλι μου το κρύο
Πως το κατάφερα, εγώ να είμαι εδώ;
Και μες στον δρόμο να ψυχορραγεί το αντίο;

Έπρεπε κάπως να σκοτώσω εμάς τους δυο

Δεν υπάρχουν σχόλια: